παίρνω

Možná hledáte περνώ.

řečtinaEditovat

výslovnostEditovat

  • IPA: [ˈper.nɔ]

slovesoEditovat

  • tranzitivní
  • nepravidelné

významEditovat

  1. brát, vzít
    • Πάρε την τσάντα σου και έλα μαζί μας. – Vem si tašku a pojď s námi.
    • Είναι καλό παιδί, πήρε το σκουπίδι από το πάτωμα και το πέταξε στο καλάθι απορριμάτων. – Je slušně vychovaný, sebral odpadek ze země a vyhodil ho do odpadkového koše.
    • Γιατί παίρνεις πάντα λαχανικά από το σουπερμάρκετ και όχι από τη λαϊκή; – Proč vždycky kupuješ zeleninu v samoobsluze a ne na trhu?
  2. dostávat, dostat, získat
    • Παίρνει γράμμα από το στρατευμένο της αδερφό κάθε 2-3 μέρες – Dostává dopis od svého bratra na vojně každé dva až tři dny.
    • παίρνω τρεις βδομάδες άδεια το χρόνο ενώ ο φίλος μου ένα μήνα – já dostávám tři tpýdny dovolené a kamarád celý měsíc
  3. vzít s sebou, brát s sebou
    • είναι λίγο ιδιόρρυθμος τύπος... πχ. παίρνει το σκύλο μαζί του και στο γραφείο – je poněkud svérázný... např. si bere psa s sebou i do kanceláře
  4. telefonovat, zavolat, zatelefonovat, brnknout
    • Να σε πάρω αύριο ή να σε ξαναπάρω ακόμα σήμερα; Θα με πάρεις εσύ; – Mám ti zavolat zítra, nebo ještě dnes? Anebo mi zavoláš ty?

synonymaEditovat

  1. λαμβάνω, μαζεύω
  2. αποκτώ, λαμβάνω, κερδίζω
  3. φέρνω

slovní spojeníEditovat

fráze a idiomyEditovat

souvisejícíEditovat